Πίστευε και μη, (θαλάσσια) ερεύνα!

 
 

Πίστευε και μη, (θαλάσσια) ερεύνα!

Print
 
 

Κατά κοινή ομολογία, οι θαλάσσιες επιστήμες και η θαλάσσια έρευνα έχουν σημειώσει σημαντική εξέλιξη στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Παρόλα αυτά υπάρχουν ακόμα σημαντικά εμπόδια που αποτελούν τροχοπέδη για την περαιτέρω ανάπτυξή τους. Ας δούμε, λοιπόν, συνοπτικά τα σημαντικότερα τρία εξ αυτών.

Κατ’ αρχάς, βασικό ‘αγκάθι’ είναι η ανυπαρξία, στην πράξη, ενός κεντρικού φορέα που θα συλλέγει, θα αξιολογεί, θα επεξεργάζεται και θα ενοποιεί όλη την υπάρχουσα περιβαλλοντική πληροφορία, απ’ όπου και αν αυτή προέρχεται (εκπαιδευτικούς, ερευνητικούς φορείς και τεχνολογικούς φορείς, ΜΚΟ, ιδιωτικό τομέα), θα διατηρεί βάση δεδομένων όλων των υλοποιηθέντων ή εν εξελίξει ερευνητικών προγραμμάτων, θα καθορίζει τις στρατηγικές προτεραιότητες, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη όλων των σχετικών φορέων και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, θα λειτουργεί ως γνωμοδοτικό όργανο προς τις αρμόδιες αρχές για τη χάραξη εθνικών στρατηγικών. Προφανώς, η δημιουργία αυτού του κομβικού φορέα είναι απαραίτητο να συνοδευτεί από το συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των σχετικών τμημάτων όλων των συναρμόδιων Υπουργείων.

Δε χωράει καμία αμφιβολία, ότι η απουσία αυτής της οργανωμένης δομής είναι αποτέλεσμα της έλλειψης πολιτικής βούλησης. «Τρανό» παράδειγμα, οι θαλάσσιες εξορύξεις υδρογονανθράκων, και η πρωτοφανής-για τα ελληνικά δεδομένα- ταχύτητα με την οποία προχώρησαν οι εξελίξεις σε αυτόν τον τομέα τον τελευταίο χρόνο, ενδεικτική του ότι όταν υπάρχει ‘θέληση’ όλα με ένα ‘μαγικό’ τρόπο προχωρούν γρήγορα και συντονισμένα. Στον αντίποδα, σοβαρά ζητήματα που θα έπρεπε να αποτελέσουν προτεραιότητα για την Ελλάδα- μια χώρα με ιδιαίτερα εκτεταμένη και πολυσχιδή ακτογραμμή, με υψηλό ενδημισμό και βιοποικιλότητα, με παράκτιο και θαλάσσιο περιβάλλον που συντηρεί σημαντικούς τομείς της εθνικής οικονομίας (όπως την αλιεία, τον τουρισμό, τη ναυτιλία κ.α.) και φιλοξενούν είδη και οικοτόπους που χρήζουν προστασίας, με σημαντικές ανθρωπογενείς πιέσεις και υπό τη σκιά των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής- παραμένουν χρόνιες εκκρεμότητες και συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά χωρίς κεντρικό σχεδιασμό. Τα κενά που υπάρχουν στη γνώση, ειδικά όσον αφορά το θαλάσσιο περιβάλλον, έρχονται να καλυφθούν, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, μέσα από το προσωπικό ενδιαφέρον και την ενασχόληση συγκεκριμένων ατόμων ή ομάδων, ακόμα και όταν αποτελούν δεσμεύσεις ή νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδας σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη Διεθνή, Ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία (για όσο ακόμα τουλάχιστον μπορούμε να μιλάμε για την ύπαρξη περιβαλλοντικής νομοθεσίας στα μέρη μας).

Το δεύτερο μελανό σημείο, είναι η περιορισμένη δημόσια επένδυση στην Έρευνα και την Τεχνολογία. Η θαλάσσια έρευνα χρηματοδοτείται κατά κύριο λόγο μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων με αποτέλεσμα τη δημιουργία ασυνεχειών στην επιστημονική γνώση, ενώ οι θέσεις εργασίας που προκύπτουν έχουν προσωρινό χαρακτήρα, κάτι που συμβάλλει στην ενίσχυση της εργασιακής επισφάλειας, την ένταση την ανεργίας και αφήνει ανεκμετάλλευτο μεγάλο μέρος του ερευνητικού δυναμικού. Ο δημόσιος τομέας πρέπει να παίξει κυρίαρχο ρόλο, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η χρηματοδότηση δράσεων μέσω ευρωπαϊκών και ιδιωτικών κονδυλίων, υπό την προϋπόθεση ότι θα ακολουθούνται διαφανείς διαδικασίες και θα εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα οι στόχοι που θα έχει θέσει η επίσημη πολιτεία κατόπιν διαβούλευσης με όλους τους αρμόδιους φορείς.


Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της τεχνολογίας αποτελούν, κατά γενική παραδοχή, τρεις σημαντικούς πυλώνες για την οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με την προαγωγή της γνώσης, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις υφιστάμενες συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας. Ωστόσο, σε ευρωπαϊκό, αλλά και διεθνές επίπεδο, οι «τάσεις» επιβάλλουν την προαγωγή της έρευνας στους τομείς εκείνους που αποδεικνύονται «χρήσιμοι» για την αγορά. Όμως, όπως έχει αποδειχθεί πολλάκις, οι όροι της αγοράς επιβάλλουν πολιτικές με βάση το βραχυπρόθεσμο κέρδος που ουδεμία σχέση έχουν με τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής, την κοινωνική ευημερία και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα επιτάσσει η βιώσιμη ανάπτυξη, αν και συχνά έρχονται διακοσμημένες με τόνους του μπλε και του πράσινου. Η διασύνδεση της θαλάσσιας έρευνας και της καινοτομίας, τεχνολογικής ή μη, με μια διαφορετική «αγορά», αυτή της Κοινωνικής Οικονομίας, της Πράσινης Επιχειρηματικότητας και των πράσινων επαγγελμάτων, σε συνδυασμό με την καλλιέργεια της διεπιστημονικής και διατομεακής συνεργασίας και την ενεργό συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων με την έρευνα μερών στη θέση εθνικών προτεραιοτήτων και τη χάραξη πολιτικών, θα συμβάλλει καθοριστικά στην εισαγωγή ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου και ολοκληρωμένου, κοινωνικά δίκαιου και, ταυτόχρονα, οικονομικά αποδοτικού.

Το τρίτο σημαντικό εμπόδιο αφορά στη ελλιπή διασύνδεση μεταξύ Επιστήμης και Κοινωνίας, ένα πρόβλημα που έχει αναγνωριστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πολύτιμη επιστημονική γνώση που έχει αποκτηθεί σπάνια φτάνει στο ευρύ κοινό και σε μορφή που να γίνεται κατανοητή και από τους μη γνωρίζοντες, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι υπάρχουσες προκαταλήψεις που συνοδεύουν την επιστημονική κοινότητα και να εντείνεται η καχυποψία των τοπικών κοινωνιών που νιώθουν αποκομμένοι από τη λήψη αποφάσεων. Στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης συμβάλλει και μερίδα των Μέσων Ενημέρωσης, που συχνά οδηγεί στη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων, διογκώνοντας ή ακόμα και διαστρεβλώνοντας την αρχική πληροφορία.

Η ανατροπή αυτής της κατάστασης μπορεί να έρθει μόνο μέσα από την ενίσχυση της επικοινωνίας μεταξύ ερευνητών και πολιτών, μέσα από την αξιοποίηση της πληθώρας των επικοινωνιακών εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας, την απλοποίηση της επιστημονικής πληροφορίας, την αξιοποίηση της γνώσης και των ικανοτήτων των τοπικών κοινωνιών, καθώς και την ενεργό εμπλοκή του κοινού με τη θαλάσσια έρευνα. Το ρόλο του διαύλου επικοινωνίας μεταξύ ερευνητών και ευρέος κοινού αναλαμβάνουν ως επί το πλείστον να φέρουν εις πέρας οι ΜΚΟ.

Ως ένα καλό παράδειγμα μιας τέτοιας αποτελεσματικής ‘διαμεσολάβησης’ που τυγχάνει ολοένα και θερμότερης υποδοχής κάθε χρόνο, είναι και η Πανελλαδική Εκστρατεία εθελοντικών καθαρισμών ακτών, βυθού και άλλων φυσικών περιοχών «Καθαρίστε τη Μεσόγειο» που συντονίζει το Δίκτυο ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS εδώ και 16 χρόνια. Πρωταρχικός στόχος αυτής της πρωτοβουλίας είναι η ευαισθητοποίηση των πολιτών σχετικά με τα προβλήματα που δημιουργούνται στο περιβάλλον από την παρουσία των απορριμμάτων, η συνειδητοποίηση της οικολογικής αξίας της παράκτιας ζώνης, των πιέσεων και των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, καθώς και των αναγκαίων δράσεων που μπορούμε να προωθήσουμε για την προστασία και τη βιώσιμη και ολοκληρωμένη διαχείρισή της. Από το 2006, και με την επιστημονική υποστήριξη του Εργαστηρίου Θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας (Ε.ΘΑ.ΓΕ.Φ.Ω.) του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, η εκστρατεία αυτή έχει πάρει και μια νέα τροπή. Μέσα από τη συμπλήρωση των ειδικών Φύλλων Καταγραφής Απορριμμάτων και Παρατήρησης Φυσικών Περιοχών, τα οποία και έχουν σχεδιαστεί βάσει διεθνών κριτηρίων, οι εθελοντές συμβάλλουν καθοριστικά στη συλλογή σημαντικών πρωτογενών δεδομένων για τα απορρίμματα, των οποίων η καταγραφή ήταν μέχρι τώρα αποσπασματική. Μετά την επεξεργασία τους από την ομάδα του Ε.ΘΑ.ΓΕ.Φ.Ω., τα δεδομένα προσφέρουν σημαντικές πληροφορίες, σχετικά με το είδος και τις πιθανές πηγές των απορριμμάτων, στοιχεία ιδιαίτερα κρίσιμα για την ορθή διαχείριση και των περιορισμό τους. Για περισσότερες πληροφορίες για την εκστρατεία «Καθαρίστε τη Μεσόγειο» μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.medsoscleanup.gr.