Όλα όσα θέλετε να μάθετε για τη βυθοκόρηση, αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε

 
 

Όλα όσα θέλετε να μάθετε για τη βυθοκόρηση, αλλά φοβόσασταν να ρωτήσετε

Print
 
 

Με τον όρο βυθοκόρηση, μια λέξη που προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων ‘βυθός’ και ‘κορέω’ (=καθαρίζω), αναφερόμαστε στην απομάκρυνση υλικού από τον πυθμένα (ποταμού-λίμνης-θαλάσσιας περιοχής), συνήθως χρήσει ειδικών πλωτών εγκαταστάσεων, των βυθοκόρων. Αν και η έννοια της βυθοκόρησης (στα αγγλικά ‘dredging’), όπως προκύπτει από τον παραπάνω ορισμό, φαίνεται να περιλαμβάνει μόνο τη διαδικασία που λαμβάνει χώρα μέχρι τη μετακίνηση του προς αφαίρεση υλικού από τον πυθμένα στην επιφάνεια, ωστόσο η μετέπειτα μεταφορά και απόθεση του υλικού αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της.

 

Η βυθοκόρηση υπεισέρχεται σε ένα ευρύ φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως είναι η (ιστότοπος IADC- International Association of Dredging Companies):
•    Διατήρηση (‘βυθοκόρηση συντήρησης’- maintenance dredging) ή αύξηση («εφάπαξ» βυθοκόρηση - capital dredging) του βάθους των λιμένων και των διαύλων ναυσιπλοΐας.
•    Προστασία παράκτιων περιοχών από τη δράση του νερού (π.χ. πλημμύρες, διάβρωση).
•    Υποστήριξη παράκτιων αναπτυξιακών έργων (π.χ. κατασκευή φραγμάτων, δρόμων και θεμελίωση τεχνικών έργων).
•    Εξόρυξη μεταλλευμάτων ή άλλων ορυκτών υλών.
•    Αναπλήρωση ακτών που έχουν υποστεί διάβρωση (τεχνητή θρέψη).
•    Απομάκρυνση ρυπασμένων ιζημάτων (‘βυθοκόρηση εξυγίανσης’- remediation dredging).
Όπως συμβαίνει με κάθε ανθρώπινη επέμβαση στη φύση, έτσι και οι εργασίες βυθοκόρησης μοιραία έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον που συνδέονται τόσο με την απομάκρυνση του υλικού από τον πυθμένα, όσο και με την απόθεσή του. Η υποβάθμιση της ποιότητας του νερού, η αύξηση της θολερότητας, η βιοσυσσώρευση ρύπων στους θαλάσσιους οργανισμούς, η δημιουργία ασφυκτικών συνθηκών για τη θαλάσσια ζωή, η απομάκρυνση των βενθικών ειδών από το φυσικό τους περιβάλλον, η μεταβολή της σύνθεσης των βιοκοινωνιών και της κατανομής του υποστρώματος, είναι ορισμένες από αυτές. Πολλοί παράγοντες καθορίζουν τη σφοδρότητα των περιβαλλοντικών πιέσεων, μεταξύ των οποίων οι παρακάτω (για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ):
•    Η έκταση και η συχνότητα της διαδικασίας.
•    Η μέθοδος βυθοκόρησης (π.χ. χρήση μηχανικών ή υδραυλικών βυθοκόρων) και απόθεσης του υλικού.
•    Η σύσταση και η ποιότητα του προς απομάκρυνση υλικού, η ποιότητα του νερού, η παρουσία αιωρούμενων σωματιδίων και η θολερότητα.
•    Το πλάτος της μεσοπαραλιακής ζώνης. Η ζώνη αυτή ορίζεται ως το τμήμα του βυθού που διαδοχικά καλύπτεται και αποκαλύπτεται από το νερό.
•    Το εύρος της παλίρροιας.
•    Η ένταση και διεύθυνση των ρευμάτων.

•    Ο ρυθμός ανανέωσης των υδάτων.
•    Οι επικρατούσες κλιματικές και κυματικές συνθήκες.
•    Η εγγύτητα των θαλάσσιων ειδών και οικοτόπων στην περιοχή που πραγματοποιείται η βυθοκόρηση ή η απόθεση του υλικού, καθώς και ο βαθμός ευαισθησίας τους στις αλλαγές που επιφέρουν οι δραστηριότητες αυτές.
Μέχρι πρόσφατα, η πλειονότητα των επιστημονικών μελετών καταπιανόταν με τα περιβαλλοντικά προβλήματα και τη δυνατότητα φυσικής ανάκαμψης των περιοχών διάθεσης των υλικών, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στις βυθοκορήσεις συντήρησης, που λόγω της συχνότητας επανάληψής τους, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των έργων ναυσιπλοΐας. Αντίθετα, πολύ λίγα ήταν γνωστά για τις εφάπαξ βυθοκορήσεις.
Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο τύπων βυθοκόρησης δεν είναι μόνο η συχνότητα πραγματοποίησης, αλλά και τα χαρακτηριστικά και η ποσότητα του ιζήματος που απομακρύνεται. Πιο συγκεκριμένα, στον πρώτο τύπο απομακρύνεται, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ένα λεπτό, επιφανειακό, τμήμα του θαλάσσιου υποστρώματος, ενώ το ίζημα είναι μαλακό και πολλές φορές πλούσιο σε ρύπους. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στο δεύτερο τύπο βυθοκόρησης.
Σύμφωνα με τη μελέτη των Ware, Bolam και Rees που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2010 στο περιοδικό Marine pollution bulletin, οι επιπτώσεις της εφάπαξ βυθοκόρησης επί της περιοχής απόθεσης διαφέρουν από αυτές της βυθοκόρησης συντήρησης, ενώ διαφορετική είναι και η δυναμική του περιβάλλοντος να επανέλθει φυσικά στη πρότερή του κατάσταση. Για παράδειγμα, τα ευρήματα των επιστημόνων καταδεικνύουν ότι η απόρριψη του υλικού σε δύο περιοχές μελέτης (Roughs Tower και Barrow-in-Furness) είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μόνιμων αλλαγών στο υπόστρωμα και συνεπακόλουθες επιπτώσεις στη σύνθεση των ζωικών κοινοτήτων. Επιπροσθέτως, και ενώ οι δύο περιοχές διάθεσης αποτελούν δύο ξεχωριστές γεωγραφικές οντότητες, παρατηρήθηκε ότι τα ευαίσθητα, στις δραστηριότητες αυτές, είδη ήταν παρόμοια.