Ανυπολόγιστη η καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού

 
 

Ανυπολόγιστη η καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού

Print
 
 

Και ενώ η είδηση για την προσάραξη του Shen Neng 1 ήταν ακόμα νωπή, άλλο ένα ατύχημα, η έκρηξη την Τρίτη, 20 Απριλίου, στον Κόλπο του Μεξικού της κινητής πλατφόρμας εξόρυξης πετρελαίου Deepwater Horizon, ήρθε να προστεθεί στον κατάλογο με τα καταστροφικότερα ίσως, για τη φύση και τον άνθρωπο, θαλάσσια ατυχήματα. Η πλατφόρμα βρισκόταν σε απόσταση περίπου 41 μιλίων στα ανοιχτά της Louisiana, ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας Transocean και λειτουργούσε για λογαριασμό της γνωστής πετρελαϊκής εταιρείας BP.

 

 Από τους 126 υπαλλήλους που βρίσκονταν την ώρα του ατυχήματος στην πλατφόρμα, οι 17 τραυματίστηκαν, 3 από τους οποίους σοβαρά, ενώ η τύχη 11 εξ’ αυτών αγνοείται. Μετά από άκαρπες έρευνες τριών ημερών, η Ακτοφυλακή ανακοίνωσε την αναστολή των προσπαθειών ανεύρεσης των αγνοουμένων.
Η πρώτη έκρηξη συνοδεύτηκε από μια δεύτερη την επόμενη ημέρα, που είχε ως αποτέλεσμα τη βύθιση της πλατφόρμας. Εντός των δεξαμενών της, εκτιμάται ότι υπήρχαν 700.000 γαλόνια αργού πετρελαίου (1 γαλόνι = 4,55 λίτρα). Πόση από αυτήν την ποσότητα παρέμεινε τελικά στις δεξαμενές, πόση διέρρευσε εξαιτίας των εκρήξεων ή κάηκε κατά την πυρκαγιά που ξέσπασε, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η διαρροή του πετρελαίου, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ποσότητα αυτή, αλλά συνδέεται και με την απευθείας διαφυγή από τον θαλάσσιο πυθμένα εξαιτίας της διάρρηξης, κατά τη βύθιση της πλατφόρμας, του αγωγού, που τη συνέδεε με την πετρελαιοπηγή.
Για του λόγου το αληθές, με τη βοήθεια Υποβρύχιου Τηλεκατευθυνόμενου Οχήματος (Remotely Operated Vehicle – ROV) εντοπίστηκαν δύο τέτοια σημεία, από τα οποία κάθε ημέρα εισέρχονταν στο θαλάσσιο περιβάλλον και βρίσκονται σε βάθος 5.000 ποδιών (1.500 μ), 42.000 γαλόνια πετρελαίου, όπως ανέφεραν αρχικές εκτιμήσεις. Σύμφωνα, όμως, με πρόσφατη ανακοίνωση της NOAA (Εθνική Ωκεανογραφική και Ατμοσφαιρική Υπηρεσία των ΗΠΑ), υπολογίζεται ότι 210.000 γαλόνια πετρελαίου διαρρέουν ημερησίως από τρία σημεία. Παρά τη συντονισμένη δράση κρατικών, πολιτειακών, τοπικών και ιδιωτικών φορέων, οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούν όλο αυτό το διάστημα στην περιοχή, αλλά και το μεγάλο βάθος στο οποίο βρίσκονται οι διαρροές, καθυστερούν και δυσχεραίνουν την εξέλιξη των εργασιών.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος εφαρμόζονται ή πρόκειται να εφαρμοστούν μια σειρά από μεθόδους, όπως:
o    Η στοχευμένη έγχυση διασκορπιστικού παράγοντα στα σημεία διαρροής, καθώς και ρήψη τέτοιων ουσιών με τη βοήθεια εναέριων μέσων.
o    Η όρυξη ανακουφιστικών γεωτρήσεων για την αχρήστευση της προηγούμενης γεώτρησης, κάτι όμως που θα πρέπει να διαρκέσει για μήνες προκειμένου να σταματήσει η ροή του πετρελαίου.
o    Η μέθοδος της ελεγχόμενης καύσης.
o    Η τοποθέτηση πλωτών φραγμάτων για τη συγκέντρωση του επιπλέοντος πετρελαίου και τον έλεγχο της μετακίνησης του, προστατεύοντας με τον τρόπο αυτό τις παράκτιες περιοχές.
o    Η χρήση ειδικών αντλιών και μηχανικών διατάξεων (εξαφριστές) για την ανάκτηση του πετρελαίου που επιπλέει.
o    Η τοποθέτηση, υποθαλάσσια, γιγάντιου θόλου με σκοπό να κλείσει η έξοδος της πετρελαιοπηγής και να εμποδιστεί η εξάπλωση του πετρελαίου, που διαρρέει από αυτήν.
o    Η χρήση μοντέλων προσομοίωσης για την απεικόνιση της πιθανής κατεύθυνσης της πετρελαιοκηλίδας.
Μεταξύ των προληπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί είναι και η, τουλάχιστον 10ήμερης ισχύος, απαγόρευση από τη ΝΟΑΑ της αλιείας εντός του θαλάσσιου χώρου, που εκτείνεται μεταξύ του δέλτα του ποταμού Mississippi και του κόλπου της Pensacola (το χάρτη της περιοχής απαγόρευσης της αλιείας μπορείτε να δείτε εδώ). Αντίστοιχα μέτρα έχει λάβει και η Πολιτεία της Louisiana, αποκλείοντας ευπαθή αλιευτικά πεδία σε απόσταση 3 μιλίων από τις ακτές.
Περαιτέρω πληροφόρηση, αλλά και ενημέρωση σχετικά με τις τελευταίες εξελίξεις, μπορείτε να μεταβείτε στην ιστοσελίδα που έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά για το ατύχημα αυτό.

 


Πετρελαιοκηλίδες: απειλή για τη ζωή στις θάλασσες και τις ακτές.

 

Οι διαρροές πετρελαίου μπορούν να έχουν πολύ σοβαρές συνέπειες για τη ζωή στη θάλασσα αλλά και σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Το θαλάσσιο οικοσύστημα είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο, καθώς παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία στη σύνθεση, αφθονία και διασπορά των ειδών. Εξαιτίας αυτής της πολυπλοκότητας είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανείς για το μέγεθος της καταστροφής μετά από μια διαρροή πετρελαίου. Παρόλα αυτά, το κλειδί για την καλύτερη κατανόηση του μεγέθους και της σημασίας της ζημιάς είναι το κατά πόσο η πετρελαιοκηλίδα θα φέρει επιπτώσεις στην επιτυχία αναπαραγωγής, στην παραγωγικότητα, στη βιοποικιλότητα και στη γενικότερη λειτουργία του οικοσυστήματος. Μελέτες έχουν δείξει ότι σε μικρής έκτασης συμβάντα, οι συνέπειες μπορεί να είναι εμφανείς σε επίπεδο μεμονωμένων ειδών, αλλά γενικά η φύση έχει αναπτύξει φυσικές διαδικασίες, που της επιτρέπουν να ανακάμψει από την καταστροφή.
Η ακριβής φύση και διάρκεια των επιπτώσεων εξαρτώνται από μια σειρά από παράγοντες, όπως είναι ο τύπος, η ποσότητα του πετρελαίου και η συμπεριφορά του μετά τη διαρροή, τα φυσικά χαρακτηριστικά της περιοχής (π.χ. γεωμορφολογία, βιολογικά χαρακτηριστικά κ.α.), που μπορούν να προσδιορίσουν την ευαισθησία της σε τέτοιου είδους συμβάντα, οι καιρικές συνθήκες και η εποχή.
Σε πολλές περιπτώσεις, η ικανότητα διάχυσης του πετρελαίου είναι αρκετή για να περιορίσει τις συγκεντρώσεις του σε χαμηλά επίπεδα. Έχουν υπάρξει όμως και περιστατικά, που επικίνδυνα παράγωγά του έχουν διαχυθεί, ή σε περιπτώσεις μεγάλων ατυχημάτων έχουν διαρρεύσει μεγάλοι όγκοι, οι οποίοι εξαιτίας της έντονης κυματικής δράσης έχουν καταλήξει στις ακτές, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται πολλοί θάνατοι θαλάσσιων οργανισμών. Επίσης, πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι μέρος του πετρελαίου μπορεί να ενσωματωθεί στο θαλάσσιο υπόστρωμα, εκθέτοντας τους μικρούς κατοίκους του σε μακροχρόνια ρύπανση.
Βραχώδεις και αμμώδεις παραλίες, που εκτίθενται στην κυματική δράση και στη διαβρωτική δύναμη των παλιρροιακών ρευμάτων είναι περισσότερο ανθεκτικές στη ρύπανση από το πετρέλαιο, καθώς έχουν καλή ικανότητα αυτοΐασης. Οι βραχώδεις ακτές είναι αυτές που ανακάμπτουν γρηγορότερα, αν και αρχικά η δομή των βιοκοινοτήτων τους με χαρακτηριστικά είδη, όπως  πεταλίδες, έχει ολοκληρωτικά αλλάξει. Παρόλα αυτά, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ήπιες αλλαγές στις κοινωνίες σκληρού υποστρώματος εξαιτίας μιας πετρελαιοκηλίδας, μπορεί να παρατηρούνται και για μετά από δέκα ή και περισσότερα χρόνια. Αν και η λειτουργία, η ποικιλομορφία και η παραγωγικότητα του οικοσυστήματος θα έχει αποκατασταθεί, η λεπτομερής διασπορά συγκεκριμένων ειδών μπορεί να είναι ακόμη διαφορετική.
Ακτές μαλακού υποστρώματος, δηλαδή από ψιλή άμμο και χώμα, εντοπίζονται σε περιοχές που προστατεύονται από την κυματική δράση, συμπεριλαμβανομένων των εκβολών, και τείνουν να χαρακτηρίζονται από υψηλή βιολογική παραγωγικότητα. Συχνά στηρίζουν μεγάλους πληθυσμούς μεταναστευτικών πουλιών και άλλων σημαντικών ειδών. Το πετρέλαιο μπορεί να ενσωματωθεί στο λεπτό αυτό υπόστρωμα μέσω μιας σειράς μηχανισμών. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να παραμείνει εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, παρατείνοντας τη διάρκεια των επιπτώσεων για πολλά χρόνια.
Οι θαλάσσιοι οργανισμοί έχουν και αυτοί διαφορετικό βαθμό φυσικής αντοχής στις αλλαγές του περιβάλλοντός τους. Οι φυσικές προσαρμογές ειδών ζωικών και φυτικών οργανισμών προκειμένου να ανταπεξέλθουν στο περιβαλλοντικό στρες, σε συνδυασμό με τις στρατηγικές αναπαραγωγής, παρέχουν ένα σημαντικό μηχανισμό αντιμετώπισης των καθημερινών και εποχικών μεταβολών του ενδιαιτήματός τους, της θήρευσης, αλλά και άλλων απρόβλεπτων γεγονότων.
Συγκεκριμένα, οι ακτές είναι οι περιοχές οι οποίες δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις ύστερα από ένα περιστατικό διαρροής πετρελαίου, καθώς ο μεγαλύτερος όγκος τελικά συσσωρεύεται εκεί. Οι ζωικοί και φυτικοί οργανισμοί, που ζουν σε αυτές είναι ούτως ή άλλως αρκετά ανθεκτικοί, καθότι έρχονται αντιμέτωποι με τις υπάρχουσες αντίξοες συνθήκες, όπως είναι η περιοδική έκθεσή τους στην κυματική δράση, στους ανέμους, στις υψηλές θερμοκρασίες, σε κατακρημνίσεις και άλλους παράγοντες στρες. Αυτή η ανθεκτικότητα φαίνεται ότι ενισχύει τους οργανισμούς αυτούς και με την ικανότητα να αντέχουν περισσότερο και να ανακάμπτουν ύστερα από  περιστατικά πετρελαϊκής ρύπανσης.
Τα θαλασσοπούλια είναι ανάμεσα στους πιο ευάλωτους οργανισμούς, καθώς οι πετρελαιοκηλίδες μπορούν πολύ εύκολα να τα βλάψουν. Τα είδη που βουτούν για την εξεύρεση της τροφής τους ή συναθροίζονται στην επιφάνεια της θάλασσας κινδυνεύουν περισσότερο. Αν και το πετρέλαιο που καταπίνουν τα πουλιά, όταν προσπαθούν να καθαριστούν μπορεί να είναι θανατηφόρο, ωστόσο η πιο κοινή αιτία θανάτου είναι από πνιγμό, πείνα και απώλεια θερμότητας από το σώμα τους εξαιτίας της κάλυψης του πτερώματός τους από το πετρέλαιο.
Τα θαλάσσια θηλαστικά της ανοικτής θάλασσας, όπως φάλαινες και δελφίνια, δε φαίνεται να κινδυνεύουν τόσο από τις πετρελαιοκηλίδες. Παρόλα αυτά, θαλάσσια θηλαστικά, όπως φώκιες και βίδρες, που τρέφονται στην ακτή είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν πρόβλημα. Είδη που εξαρτώνται από τη γούνα τους για να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία του σώματός τους είναι και τα πιο ευάλωτα, αφού αν η γούνα καλυφθεί με πετρέλαιο, τα ζώα αυτά μπορεί να πεθάνουν από υποθερμία ή θερμοπληξία, ανάλογα με την εποχή.
Όσο επίκαιρο και να είναι το θέμα των πετρελαιοκηλίδων στο θαλάσσιο περιβάλλον, να θυμόμαστε ότι υπάρχουν και άλλες πιέσεις. Η χρόνια ρύπανση του θαλάσσιου και παράκτιου περιβάλλοντος από τα αστικά και βιομηχανικά απόβλητα ή η εκμετάλλευση των πόρων, που αυτά τα οικοσυστήματα μπορούν να διαθέσουν, είναι εξίσου σοβαρές απειλές.