Βιοποικιλότητα

 
 

Ως «βιολογική ποικιλότητα» ορίζεται η ποικιλία των ζωντανών οργανισμών, φυτών και ζώων, που ζουν σε κάθε είδος περιβάλλοντος. Η ποικιλία των ζωντανών οργανισμών μπορεί να ερευνηθεί τόσο μέσα στο ίδιο είδος (γενετική ποικιλότητα), είτε μεταξύ ειδών (διαειδική ποικιλότητα), είτε και μεταξύ οικοσυστημάτων (οικοσυστημική ποικιλότητα).


Οι μορφές ζωής που υπάρχουν σήμερα είναι αποτέλεσμα περισσότερων από 3,5 δισεκατομμυρίων χρόνων εξελικτικής πορείας. Μέχρι το 2000 περίπου 1,75 εκατομμύρια είδη είχαν αναγνωριστεί, κυρίως μικρά πλάσματα όπως τα έντομα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν περίπου 13 εκατομμύρια είδη, ενώ υπολογισμοί κάνουν λόγο για ένα εύρος από 3 έως 100 εκατομμύρια.


Από την αρχή της γεωργίας και ύστερα από τη Βιομηχανική Επανάσταση οι ρυθμοί ανάπτυξης της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά και η παράλληλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος έχουν φέρει πολλές αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Στις αλλαγές αυτές οι οργανισμοί δεν προλαβαίνουν να προσαρμοστούν, με αποτέλεσμα στις μέρες μας πολλοί από αυτούς να κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Στην έκθεση των Ηνωμένων Εθνών «Αξιολόγηση των Οικοσυστημάτων της Χιλιετηρίδας» (UN Millennium Ecosystem Assessment Report, 2006) επιβεβαιώνεται ότι πολλοί πληθυσμοί φυτών και ζώων έχουν μειωθεί σε αριθμό ή σε γεωγραφική διασπορά ή και στα δύο. Ενδεικτικά, ένα τέταρτο των ειδών των θηλαστικών διατρέχουν κίνδυνο εξαφάνισης. Κάθε γονίδιο, είδος και οικοσύστημα που χάνεται αλλοιώνει την ικανότητα του πλανήτη να ανταπεξέρχεται στην αλλαγή!


Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η βιοποικιλότητα βρίσκεται σε κίνδυνο εξαιτίας της υποβάθμισης των φυσικών περιοχών μέσω της εντατικής καλλιέργειας, της ανάπτυξης της βιομηχανίας, της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, της ρύπανσης, και της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής, καθώς και της «εισβολής» ξενικών ειδών. Παρ’ όλους τους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για μείωση των ρυθμών απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010, φαίνεται πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.
Η Ελλάδα είναι ακόμα μια από τις πλουσιότερες σε βιοποικιλότητα χώρα, με πολλά ενδημικά είδη φυτών και ζώων. Δυστυχώς όμως άγνωστη παραμένει η κατάσταση των περισσότερων προστατευόμενων ειδών της χώρας, ενώ κατέχει ευρωπαϊκή πρωτιά σε βασικές ελλείψεις για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας. Η χώρα μας δεν διαθέτει στοιχεία για την κατάσταση διατήρησης 63% των προστατευόμενων ειδών της, καταγράφοντας το μεγαλύτερο ποσοστό από οποιοδήποτε άλλο κράτος – μέλος!


Η ανάκαμψη και διατήρηση της βιοποικιλότητας είναι αυτή που θα διασφαλίσει και την ευημερία της ανθρώπινης κοινωνίας. Είναι καιρός να αναγνωρίσουμε τη σημαντικότητά της και να αναλάβουμε τις υποχρεώσεις μας προκειμένου να διαφυλάξουμε αυτή την πολύτιμη κληρονομιά και για τις επόμενες γενιές.

Σύμφωνα με την ενδιάμεση μελέτη του 2008 για την «Οικονομική των Οικοσυστημάτων και της Βιοποικιλότητας» υπολογίζεται ότι:


- 11% των φυσικών περιοχών που απέμειναν το 2000, ενδέχεται να χαθούν κυρίως ως αποτέλεσμα της χρήσης τους για γεωργία, της εξάπλωσης διαφόρων υποδομών και της κλιματικής αλλαγής.


- Περίπου 40% της γης που υπόκειται σε ελαφριάς μορφής αγροτική χρήση ενδέχεται να υποστούν περισσότερο εντατικές χρήσεις στο μέλλον, με επακόλουθη απώλεια βιοποικιλότητας.


- 60% των κοραλλιογενών υφάλων ενδέχεται να χαθούν – ακόμη και μέχρι το 2030 – μέσω της παράνομης αλιείας, της ρύπανσης, ασθενειών, ξενικών ειδών, και να αποχρωματιστούν εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.


- Τα τελευταία 300 χρόνια, οι εκτάσεις των δασών στον πλανήτη έχουν συρρικνωθεί κατά περίπου 40%. Τα δάση έχουν χαθεί εντελώς σε 25 χώρες και ακόμη 29 χώρες έχουν χάσει περισσότερο από το 90% της δασικής τους έκτασης. Και η υποβάθμιση συνεχίζεται… (FAO 2001, 2006).


- Από το 1900, ο πλανήτης έχει χάσει περίπου το 50% των υγροβιοτόπων του. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα τα πρώτα 50 χρόνια του 20ου αιώνα στις βόρειες χώρες κυρίως και από το 1950 τα συστήματα αυτά δέχονται αυξανόμενη πίεση μέσω της μετατροπής τους σε άλλες χρήσεις γης (Moser κ.α., 1996).

- 30% των κοραλλιογενών υφάλων – οι οποίοι συντηρούν σε πολλές περιπτώσεις βιοποικιλότητα μεγαλύτερη από αυτήν των τροπικών δασών – έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές μέσω της αλιείας, της ρύπανσης, ασθενειών και του αποχρωματισμού τους (Wilkinson 2004).

- Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, 35% των μαγγρόβιων φυτών έχουν εξαφανιστεί. Σε μερικές χώρες η απώλεια αυτή έχει φτάσει και στο 80% μέσω της μετατροπής των περιοχών αυτών σε αγροτικές εκτάσεις, εξαιτίας της υπερεκμετάλλευσης και τον καταιγίδων (Millennium Ecosystem Assessment 2005a).

- Η εξαφάνιση των ειδών εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης έχει υπολογιστεί ότι προχωράει με ρυθμούς 1000φορές πιο γρήγορους απ’ ότι θα συνέβαινε φυσιολογικά (Millennium Ecosystem Assessment 2005b).


- Οι κοραλλιογενείς ύφαλοι της Καραϊβικής έχουν μειωθεί κατά 80% μέσα σε τρεις δεκαετίες.

Η εκτίμηση της UNEP επιβεβαιώνει ότι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έως και 24% των ειδών από ορισμένες κατηγορίες όπως οι πεταλούδες, τα πτηνά και τα θηλαστικά έχουν πλέον εκλείψει σ’ ολόκληρη την εθνική επικράτεια.

Συνολικά, τα δάση περιέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό βιολογικής ποικιλότητας σε ότι αφορά στα είδη, το γενετικό υλικό και τις οικολογικές διαδικασίες, έχουν δε εγγενή αξία για τη διατήρηση και την αειφόρο χρήση της βιοποικιλότητας. Επιπλέον, τα δάση είναι σημαντικά για την καταπολέμηση της κλιματικής μεταβολής και για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεών της στη διατήρηση άλλων οικοσυστημάτων.
 

 

 
 
natura3.jpg
 
Copyright © 2011 Medsos. All Rights Reserved. Joomla! is Free Software released under the GNU/GPL License.
Χορηγία φιλοξενίας medsos.gr από την dnHost.gr